ΣΥΝΗΘΗ ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ

Κατά τη διάρκεια της κύησης, παρατηρούνται σημαντικές μεταβολές στη λειτουργία πολλών συστημάτων του οργανισμού της γυναίκας, μεταξύ αυτών και του ουροποιητικού.

Έτσι, κατά το 1ο τρίμηνο, οι κάλυκες του νεφρού, η νεφρική πύελος και οι ουρητήρες, διατείνονται «φυσιολογικά» λόγω μηχανικών και ορμονικών αιτιών. Αυτή η σχετική στάση των ούρων, που είναι συχνότερη δεξιά σε ποσοστό 86%, εξηγεί και τη μεγαλύτερη συχνότητα φλεγμονών του νεφρού ( πυελονεφρίτιδα) σε εγκύους, η οποία σχετίζεται με βακτηριουρία. Επίσης, αυξάνει ο όγκος αίματος που «καθαρίζεται» από τους νεφρούς, πράγμα που μπορεί να αλλοιώσει τα θεραπευτικά αποτελέσματα των αντιβιοτικών.

Η εγκυμοσύνη επίσης, προκαλεί μεταβολές και στο κατώτερο ουροποιητικό σύστημα ( ουροδόχο κύστη, ουρήθρα). Ευθύνεται για την αυξημένη διατασημότητα της κύστεως και τον μειωμένο τόνο του σφιγκτηριακού μηχανισμού της γυναικείας ουρήθρας. Αυτά, σε συνδυασμό με την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης λόγω εγκυμοσύνης, δικαιολογούν την εμφάνιση ακράτειας από προσπάθεια, που μπορεί να εμφανισθεί αυτό το χρονικό διάστημα. 

Τα συχνότερα ουρολογικά προβλήματα κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης είναι:

·        Οι ουρολοιμώξεις

·        Υδρονέφρωση δηλαδή η διάταση του πυελοκαλυκικού συστήματος του νεφρού λόγω στλασης των ούρων και

·        Η νεφρολιθίαση

ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Πολλαπλές έρευνες, έχουν δείξει ότι η συχνότητα της μικροβιουρίας των εγκύων, κυμαίνεται μεταξύ 4% και 7% και είναι σχεδόν ίδια με αυτή των σεξουαλικά ενεργών γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Γυναίκες με θετική καλλιέργεια ούρων στην αρχή της κύησης, έχουν περισσότερες πιθανότητες ουρολοιμώξεων κατά την υπόλοιπη εγκυμοσύνη.

Μελέτες αναφέρουν συσχέτιση μεταξύ εμφάνισης βακτηριουρίας στο 1ο τρίμηνο και ακολούθως εμφάνισης οξείας πυελονεφρίτιδας. Έτσι το 20% έως 40% των γυναικών με μικροβιουρία ( θετική καλλιέργεια ούρων), που δεν έχουν λάβει κάποια αντιβιοτική αγωγή, αναπτύσσουν συμπτωματική πυελονεφρίτιδα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους.

Η μόλυνση των ούρων όμως, μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο έμβρυο καθώς και αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού. Γι’ αυτούς τους λόγους, είναι απαραίτητη η αντιβιοτική θεραπεία της ουρολοίμωξης στην εγκυμοσύνη. Καλό είναι, όπως όλες οι έγκυες, να υποβάλλονται σε καλλιέργεια ούρων το 1ο τρίμηνο και εφόσον υπάρχει ουρολοίμωξη, να λαμβάνουν την κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή για το χρονικό διάστημα που θα τους συστήσει ο ιατρός τους.

Πρέπει να τονιστεί όμως, ότι η επιλογή των αντιβιοτικών, γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, συνεκτιμώντας τις μεταβολές στην φαρμακοκινητική και την πιθανή εμβρυοτοξικότητα ορισμένων φαρμάκων.

ΥΔΡΟΝΕΦΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΥΗΣΗ
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η υδρονέφρωση, δηλαδή η διάταση των ουρητήρων και του πυελοκαλυκικού συστήματος του νεφρού, είναι συχνή κατά την κύηση και αρχίζει την 6η με 10η εβδομάδα. Είναι εμφανής περίπου στο 90% των εγκύων και οφείλεται τόσο σε μηχανικά (αύξηση του μεγέθους της μήτρας), όσο και σε ορμονικά αίτια.

Στην παγκόσμια βιβλιογραφία, έχουν αναφερθεί συνολικά 17 περιπτώσεις αυτόματης ρήξης του νεφρού, λόγω μεγάλης διάτασης αυτού, που οφείλονταν όμως και σε άλλα παθολογικά αίτια όπως βαριές πυελονεφρίτιδες ή παρουσία λίθων του ουροποιητικού.

Η υδρονέφρωση της κύησης, σπανίως αποτελεί σοβαρή «απειλή» για την έγκυο και το έμβρυο, χρήζει όμως περιοδικής παρακολούθησης και εκτίμησης.

ΝΕΦΡΟΛΙΘΙΑΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Η συχνότητα νεφρολιθίασης στην κύηση, είναι 1: 1500 εγκυμοσύνες και αυξάνει στο 2ο και 3ο τρίμηνο. Η διάγνωση της λιθίασης την περίοδο αυτή, είναι δύσκολη. Η χρήση υπερήχων βοηθά στον εντοπισμό των λίθων σε ποσοστό περίπου 50%. Έτσι στη διάγνωση, συμβάλλουν η μαγνητική τομογραφία, η κολπική ηχοτομογραφία ( κυρίως για λίθους του ουρητήρα που βρίσκονται «χαμηλά», κοντά στην κύστη).

Επίσης η χρήση doppler βοηθάει στη διαφορική διάγνωση μεταξύ «φυσιολογικής» υδρονέφρωσης και παθολογικής απόφραξης του ουρητήρα από πέτρα. Η κλασσική ενδοφλέβια πυελογραφία, δε χρησιμοποιείται λόγω μεγάλης ακτινοβολίας. Σπανίως η λεγόμενη «περιορισμένης δόσης» ουρογραφία, μπορεί να βοηθήσει την τελική διάγνωση.

Η ουρητηροσκόπηση (εξερεύνηση του ουρητήρα με μικροκάμερα), επειδή είναι επεμβατική μέθοδος, αντενδείκνυται, όπως επίσης και η εξωσωματική λιθοθριψία. Η νεφρολιθίαση αρχικά, αντιμετωπίζεται συντηρητικά, αφού σε ποσοστό 50%- 60%, ο λίθος μπορεί να αποβληθεί αυτόματα.

Επί αποτυχίας της συντηρητικής μεθόδου, προτείνεται η τοποθέτηση αυτοσυγκρατούμενου ουρητηρικού καθετήρα ( pigtail) ή αν αυτό δεν είναι εφικτό, διαδερμική νεφροστομία. Σε ορισμένες πιο σπάνιες περιπτώσεις, το «ανοικτό» χειρουργείο έχει τη θέση του και τις ενδείξεις του.

Συμπερασματικά λοιπόν, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η αντιμετώπιση των ουρολογικών προβλημάτων που μπορεί να εμφανισθούν κατά τη περίοδο της εγκυμοσύνης, πρέπει να έχει πάντα σαν γνώμονα την ορθολογική παρέμβαση με στόχο το καλύτερο περιγεννητικό αποτέλεσμα για τη μητέρα και το έμβρυο.